Η προτίμηση του νέου Αμερικανού προέδρου για διμερείς εμπορικές συμφωνίες και κατάργηση των πολυμερών, έχει στην κυριολεξία αναστατώσει την Ευρωπαϊκή Ενωση. Η επίσημη απόσυρση των ΗΠΑ από τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με τις 12 χώρες του Ειρηνικού και της Ασίας (TPP) όντως δεν είναι καλή ένδειξη. Το επιχείρημα ότι η συμφωνία TTP δεν περιλαμβάνει την Κίνα, δεν απέτρεψε τον Ντόναλντ Τραμπ να την καταγγείλει, καθώς κυριάρχησε η εμπορική λογική ότι αποτελεί ευθεία απειλή για τα συμφέροντα πανίσχυρων ομάδων, περιλαμβανομένων των αμερικανικών αυτοκινητοβιομηχανιών. Κυρίως, όμως, δεν θα πρέπει να υπερβάλουμε ως προς τις συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία.

Τώρα θα κριθεί και η τύχη της επίμαχης Διατλαντικής Συμφωνίας Εμπορίου και Επενδύσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ε.Ε. (TTIP), μια διαβόητη Συνθήκη κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των πολυεθνικών, που δημιουργεί μια γιγαντιαία κοινή αγορά ΗΠΑ και Ε.Ε. Ο πανικός εξαπλώνεται στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, λες και κάποιο κουνάβι εισέβαλε στο κλουβί με τα κουνέλια. Ο τρόμος ότι αυτή η ιστορική συμφωνία που θα ενσωματώνει τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ενωση σε μια μεγάλη κοινή αγορά, που έχει διαπραγματευθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με την κυβέρνηση Ομπάμα, θα «πεθάνει» είναι έκδηλος.

Βέβαια, όποιος έχει καεί με τον χυλό φυσάει και το γιαούρτι. Μεταξύ 1995 και 1997, οι μεγάλες δυνάμεις εργάζονταν πυρετωδώς για τη διαμόρφωση μιας παρόμοιας συμφωνίας, εκείνη τη φορά υπό την αιγίδα του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Ωστόσο, η λεγόμενη «Πολυμερής Συμφωνία Επενδύσεων» (ΜΙΑ) απεβίωσε προτού δει το φως της ημέρας. Ευτυχώς για όλους μας - ή, έστω, για σχεδόν όλους. Το σχέδιο της εν λόγω συνθήκης -ένα «Μανιφέστο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού», όπως το είχε χαρακτηρίσει η γαλλική επιθεώρηση «Le Monde Diplomatique»- προέβλεπε μια τόσο ισοπεδωτική επιβολή του ελεύθερου εμπορίου, που έθετε κυριολεκτικά στην παρανομία κάθε κοινωνικό, περιβαλλοντικό και πολιτιστικό φραγμό, μαζί με κάθε έννοια εθνικής κυριαρχίας. Αν περνούσε η ΜΙΑ, οποιαδήποτε πολυεθνική θα μπορούσε να σύρει σε διεθνή δικαστήρια οποιαδήποτε εθνική κυβέρνηση, αξιώνοντας γενναίες αποζημιώσεις για κάθε είδους μέτρα προτίμησης εθνικών (ή ευρωπαϊκών) προϊόντων και επιχειρήσεων, ενίσχυσης της εργατικής νομοθεσίας υπέρ των μισθωτών, προστασίας της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος. Με άλλα λόγια, η ΜΙΑ θα έβγαζε εκτός νόμου όχι μόνο τον Mαρξ, αλλά και αυτόν τον Κέινς!

Τελικά, οι οξύτατες αντιδράσεις της ευρωπαϊκής κοινωνίας των πολιτών -σε συνδυασμό, είναι αλήθεια, με τις ανησυχίες της Γαλλίας για την επαπειλούμενη ισοπέδωση της πολιτιστικής και της αμυντικής της βιομηχανίας, αλλά και του ισχυρού αγροτικού της τομέα- οδήγησαν τη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Λιονέλ Ζοσπέν να εγκαταλείψει τη συμφωνία, δίνοντάς της τη χαριστική βολή, τον Οκτώβριο του 1998.
 Τώρα η συμφωνία TTIP μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαϊκής Ενωσης αποτελεί, ουσιαστικά, νεκρανάσταση της διαβόητης ΜΙΑ. Το μόνο ουσιαστικό στοιχείο που έχει αλλάξει είναι η πολύ περισσότερο συστηματική, προπαγανδιστική εκστρατεία των εμπνευστών της, ώστε να πεισθεί η κοινή γνώμη για τα υποτιθέμενα οφέλη και να αποτραπούν απρόοπτα τύπου 1998.

Το κεντρικό μήνυμα της TTIP είναι ότι, με την κατάργηση ή συρρίκνωση των προστατευτικών φραγμών, η διατλαντική ζώνη ελευθέρου εμπορίου θα δημιουργήσει χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας, θα ελαφρύνει, λόγω μειωμένων τιμών, κάθε νοικοκυριό κατά 545 ευρώ τον χρόνο, κατά μέσον όρο, και θα αποφέρει ετήσια οφέλη της τάξης των 160 δισ. δολαρίων για την Ευρωπαϊκή Ενωση και των 128 δισ. για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι ισχυρισμοί αυτοί αμφισβητούνται ζωηρά, καθώς οι προστατευτικοί δασμοί μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης είναι έτσι κι αλλιώς πολύ χαμηλοί, με εξαίρεση συγκεκριμένους τομείς οικονομικής δραστηριότητας και επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας. Αλλωστε, και ο Μπιλ Κλίντον είχε υποσχεθεί στους Αμερικανούς ότι η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με το Μεξικό και τον Καναδά, η γνωστή NAFTA, που επίσης επιθυμεί να «σκοτώσει» ο Τραμπ, θα δημιουργούσε 200.000 θέσεις εργασίας, ενώ στην πράξη κατέστρεψε 680.000.


Κυρίως, όμως, το δυσοίωνο επιχείρημα είναι ότι η TTIP διατηρεί τη βασική φιλοσοφία της ΜΙΑ, δίνοντας τη δυνατότητα στις πολυεθνικές να σύρουν σε δικαστήρια εθνικές κυβερνήσεις για οτιδήποτε τους κατέβει - νόμους που αυξάνουν τα ημερομίσθια, περιορίζουν τον χρόνο εργασίας και ενισχύουν τις συλλογικές συμβάσεις, ρήτρες προστασίας του περιβάλλοντος, υψηλά στάνταρντ υγειονομικών ελέγχων, αποζημιώσεις για απεργίες και λοιπά... Μια εταιρεία χρυσού η οποία -λέμε τώρα- επενδύει στη Χαλκιδική θα μπορεί να προσαγάγει σε διεθνές δικαστήριο την αυριανή κυβέρνηση της Ελλάδας, αν αυτή της απαγορεύσει να επεκτείνει τις δραστηριότητές της, ώστε να προστατεύσει το περιβάλλον και την υγεία των κατοίκων.

Η TTIP διεισδύει στον θεσμικό πυρήνα της Ε.Ε., εκχωρώντας διά παντός στις μεγάλες εταιρείες γνωμοδοτικά δικαιώματα επί της νομοθετικής διαδικασίας μέσω του διαρκούς Συμβουλίου Ρυθμιστικής Συνεργασίας, καθώς και το δικαίωμα να ενάγουν εκλεγμένες κυβερνήσεις σε ad hoc διαιτητικά δικαστήρια για διαφυγόντα κέρδη στο πλαίσιο του λεγόμενου Μηχανισμού Διακανονισμού Διαφορών Επενδυτή - Κράτους (ISDS), αν θεωρήσουν ότι οι κυβερνητικές αποφάσεις περιορίζουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την κερδοφορία τους. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων αγωγών είναι η προσφυγή της ενεργειακής εταιρείας Vattenfall κατά της Γερμανίας, επειδή η τελευταία αποφάσισε να εγκαταλείψει την πυρηνική ενέργεια, και αυτή της καπνοβιομηχανίας Philip Morris, που αξιώνει αποζημίωση από την Αυστραλία, επειδή το υπουργείο Υγείας της τοποθέτησε προειδοποιητική σήμανση για τους κινδύνους του καπνίσματος στα πακέτα τσιγάρων.

Ο απώτερος στόχος της TTIP έχει να κάνει και με τον εντεινόμενο γεωοικονομικό ανταγωνισμό ανάμεσα στις ΗΠΑ και τις BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Ν. Αφρική) και επιμέρους στόχος, που καθίσταται ιδιαιτέρα σημαντικός, είναι η επίσπευση της ενεργειακής απεξάρτησης της Ε.Ε. από τη Ρωσία μέσω της εξαγωγής σχιστολιθικών ορυκτών καυσίμων από τις ΗΠΑ, κάτι που η αμερικανική νομοθεσία δεν επιτρέπει, παρά μόνο αν πρόκειται για εταίρο με τον οποίον έχει υπογραφεί εμπορική συμφωνία.

Στο μικροσκόπιο μπαίνουν και οι «τοξικές» διαπραγματεύσεις

Από το στόχαστρο περνούν οι «τοξικές» διαπραγματεύσεις που έγιναν στο πλαίσιο της TISA (Trade in Services Agreement), δηλαδή της Συμφωνίας για το Εμπόριο των Υπηρεσιών, μεταξύ 23 οικονομιών με την Ευρωπαϊκή Ενωση που διαπραγματεύτηκε κεντρικά και για τις 28 χώρες-μέλη και τις ΗΠΑ. Από τα πλέον «επικίνδυνα» σημεία των διαπραγματεύσεων θεωρείται εκείνο που αφορά στα ασφαλιστικά προϊόντα. Επίσης, ότι συγκεκριμένες μορφές ασφαλιστικών προϊόντων δεν χρειάζονται απολύτως καμία έγκριση, καθώς και ότι δεν θα υπάρχουν όρια στη συχνότητα εισαγωγής νέων προϊόντων. Οι επιπτώσεις της συγκεκριμένης «απορρύθμισης» αποτυπώνονται ανάγλυφα στα CDS (Credit Default Swaps), τα γνωστά ασφάλιστρα κινδύνου χρεοκοπίας, που αποτέλεσαν τον πυρήνα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και συνδέθηκαν με κερδοσκοπικά παιχνίδια και την εκτόξευση των επιτοκίων των ελληνικών ομολόγων από τον Νοέμβριο του 2009 έως και την είσοδο της Ελλάδας στο μνημόνιο, τον Απρίλιο του 2010.