Η δόση των 8,5 δισ. ευρώ μπορεί να έδωσε μια ανάσα στην Ελλάδα για το καλοκαίρι και έως τις γερμανικές εκλογές, ωστόσο η συμφωνία του Eurogroup της Πέμπτης έχει πολλά «θολά» σημεία, για τα οποία οι διατυπώσεις είναι αρκετά γενικές και θα αποτελέσουν αντικείμενο νέας διαπραγμάτευσης στο προσεχές διάστημα.

Η δόση θα εκταμιευθεί σε υποδόσεις, καθώς τα 7,7 δισ. ευρώ θα δοθούν στις αρχές Ιουλίου, ωστόσο η ανάσα στην πραγματική οικονομία θα είναι πολύ μικρή, αφού μόλις 800 εκατ. ευρώ προορίζονται για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς ιδιώτες προμηθευτές. Τα υπόλοιπα 800 εκατ. ευρώ θα δοθούν πιθανότατα τον Σεπτέμβριο και θα συνδεθούν με την πορεία υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων, μέσω της γνωστής διαδικασίας των οροσήμων (milestones).
Η συμμετοχή του ΔΝΤ γίνεται με έναν τρόπο που ικανοποιεί μεν το Ταμείο, το οποίο δεν επιθυμούσε να δανείσει μια χώρα με «μη βιώσιμο» χρέος, καθώς και τη Γερμανία, που αρνιόταν κατηγορηματικά τη συνέχιση της βοήθειας χωρίς τη συμμετοχή του ΔΝΤ, ωστόσο αφήνει τη σκιά πάνω από την ελληνική οικονομία ότι η βιωσιμότητα του χρέους δεν αντιμετωπίστηκε και το ζήτημα παραπέμπεται για το 2018. Παράλληλα, και το ποσό με το οποίο θα δανείσει (εάν δανείσει) την Ελλάδα το Ταμείο δεν θα ξεπερνά τα 2 δισ. δολάρια.

Τα πρωτογενή πλεονάσματα παραμένουν υψηλά στο 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022 και στο 2% ή και υψηλότερα από το 2023 έως το 2060, γεγονός που βάζει τη χώρα σε μια μακρά περίοδο «σφιχτής» δημοσιονομικής πολιτικής.

Η «ρήτρα ανάπτυξης» για την αποπληρωμή του χρέους δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί και, σύμφωνα με τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών, Γιώργο Χουλιαράκη, θα κλειδώσει τον Αύγουστο του 2018 και θα αρχίσει να εφαρμόζεται μετά το τέλος του προγράμματος.
«Θολό» παραμένει το τοπίο και για τη σύσταση της Εθνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, σε ό,τι αφορά την προέλευση των κεφαλαίων και, γενικά, τον τρόπο λειτουργίας της, ενώ τα υπόλοιπα αναπτυξιακά κίνητρα δεν έχουν αποσαφηνιστεί και, σε κάθε περίπτωση, δεν θα περιλαμβάνουν επιπλέον κοινοτικούς πόρους, αλλά ανακύκλωση των ήδη διαθέσιμων.

Επίσης, το Eurogroup καλεί την Ελλάδα μαζί με τους θεσμούς και με τρίτα μέρη μέχρι το τέλος του έτους να αναπτύξουν ένα ολιστικό αναπτυξιακό στρατηγικό πρόγραμμα για την ενίσχυση του επενδυτικού κλίματος. Στα μέτρα για το χρέος παραμένει η ασάφεια, καθώς η επιμήκυνση, η οποία θα περιλαμβάνεται στις επιλογές, θα κυμαίνεται από 0 έως 15 έτη, την ώρα που Αθήνα και ΔΝΤ επεδίωκαν να απαλειφθεί το μηδέν και να χρησιμοποιηθεί ο όρος «έως 15 έτη», προκειμένου να μη δημιουργείται επιπλέον αβεβαιότητα στους επενδυτές.
Οι Ευρωπαίοι δεν έδειξαν καμία διάθεση να δώσουν περαιτέρω διευκρινίσεις για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, ενώ επανέλαβαν πολλές φορές ότι θα ενεργοποιηθούν και θα καθοριστούν «στον βαθμό που αυτό θα χρειαστεί» μετά το τέλος του προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018. Σημειώνεται πως η φράση αυτή άλλαξε από το «εάν χρειαστεί», που ήταν διατυπωμένο στην απόφαση του Eurogroup του Μαΐου του 2016.
Η απόφαση δεν δίνει ακόμη το πράσινο φως, ούτε ένα σαφές σήμα στην ΕΚΤ, ώστε να εντάξει τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE). Η πρώτη αντίδραση πηγών της ΕΚΤ ήταν πως η συμφωνία του Eurogroup αποτελεί «ένα πρώτο βήμα προς τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους», ωστόσο χωρίς ανάλυση βιωσιμότητας χρέους από το ΔΝΤ «τα χέρια του Μάριο Ντράγκι είναι δεμένα» και δεν μπορεί να φέρει εισήγηση στο Εκτελεστικό Συμβούλιο της κεντρικής τράπεζας.

ΑΓΟΡΕΣ ΟΜΟΛΟΓΩΝ

Στον αέρα η «μεγάλη έξοδος»

Στην «γκρίζα ζώνη» παραμένει και η επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές. Χωρίς ανάλυση βιωσιμότητας χρέους (DSA) από το ΔΝΤ, αλλά και χωρίς την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, η επιστροφή της χώρας στις αγορές ομολόγων δεν είναι δυνατή. Η συμφωνία στην τελευταία παράγραφο του ανακοινωθέντος του Eurogroup αναφέρει πως «με στόχο την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018, το Eurogroup δεσμεύεται να παρέχει στήριξη στην Ελλάδα για να επιστρέψει στις αγορές» και συμπληρώνει πως «το Eurogroup συμφωνεί ότι μελλοντικές εκταμιεύσεις δόσεων θα πρέπει να συνδέονται όχι μόνο με την ανάγκη να εκκαθαριστούν οι οφειλές προς ιδιώτες, αλλά επίσης με την περαιτέρω δόμηση αποθέματος διαθέσιμων, ούτως ώστε να στηρίξει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και να διευκολύνει την πρόσβαση στις αγορές». Η αναφορά αυτή ερμηνεύεται από τους αναλυτές ως «μετάθεση» της εξόδου στις αγορές στο τέλος του προγράμματος και μετά τα μέσα του 2018, την ώρα που οι κυβερνητικοί σχεδιασμοί περιλάμβαναν την έκδοση ομολόγου ακόμα και μέσα στον Ιούλιο. Η κυβέρνηση, πάντως, εκτιμά πως μέσα στο καλοκαίρι θα είναι εφικτή μια δοκιμαστική έξοδος στις αγορές ομολόγων για ένα μικρό ποσό και με μικρή διάρκεια.

Στη Βουλή η συμφωνία, με πρόταση της ΝΔ

Με προ ημερησίας διάταξης συζήτηση στη Βουλή απάντησε η Νέα Δημοκρατία στην πρόσκληση του πρωθυπουργού για ενημέρωση των πολιτικών αρχηγών. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατέθεσε το αίτημα με στόχο -όπως λένε στην οδό Πειραιώς- να ακουστεί η αλήθεια σχετικά με τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η κυβέρνηση. Κι αυτό γιατί, μετά την πρώτη «ανάγνωση», προκύπτουν ερωτήματα και «γκρίζες ζώνες».
Στην επιστολή του προς τον πρόεδρο της Βουλής, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης επισημαίνει την πολύμηνη καθυστέρηση, που, όπως λέει, προκάλεσε πολύ μεγάλο κόστος στους Ελληνες πολίτες και συνολικά στην οικονομία. Μεταξύ άλλων, τονίζει ότι «παρά το ότι ψήφισε ένα σκληρότατο τέταρτο μνημόνιο, με νέα μέτρα μέχρι το 2022 και πολύ ψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, δεν πήρε καμία ουσιαστική, θετική απόφαση για το χρέος, παρά τις διαβεβαιώσεις του κ. Τσίπρα προς τους βουλευτές του για να το ψηφίσουν».
Στην επιστολή του επιτίθεται με σφοδρότητα στην κυβέρνηση, γιατί οδήγησε τη χώρα σε πολυετή λιτότητα, και καταλήγει επιχειρηματολογώντας για ποιον λόγο ζητά από την κυβέρνηση να φέρει τη συμφωνία στη Βουλή: «Για να μάθει ο ελληνικός λαός την αλήθεια, ζητώ τη διενέργεια προ ημερησίας διατάξεως συζήτησης με θέμα την οικονομία, τις αποφάσεις του Eurogroup και τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η κυβέρνηση», καταλήγει ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας.