Στη λύση των εντόκων γραμματίων στρέφεται για άλλη μία φορά η κυβέρνηση, προκειμένου να καλύψει τις χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου μέσα στο καλοκαίρι, εάν παραταθεί η συζήτηση για τη δεύτερη αξιολόγηση.

Με το... φάντασμα του 2015 να πλανάται πάνω από την οικονομία και την αξιολόγηση να σέρνεται επί μήνες, στο οικονομικό επιτελείο επεξεργάζονται νέα σχέδια που θα τους επιτρέψουν να αποπληρώσουν τα ομόλογα της ΕΚΤ, ύψους 7 δισ. ευρώ τον Ιούλιο, εάν έως τότε δεν έχει εκταμιευθεί κάποια δόση της βοήθειας. Εκτός από τις δοκιμασμένες, πλην εντελώς αντιαναπτυξιακές λύσεις της άτυπης στάσης πληρωμών προς τους ιδιώτες προμηθευτές του Δημοσίου και το σάρωμα των διαθεσίμων των φορέων μέσω repos, στην κυβέρνηση ανασύρουν από το συρτάρι και τη λύση της αύξησης του ορίου των εντόκων γραμματίων που μπορεί να εκδώσει το ελληνικό Δημόσιο και να αγοραστούν από τις ελληνικές τράπεζες. Με δεδομένο ότι τα ελληνικά έντοκα γραμμάτια αγοράζουν, σχεδόν στο σύνολό τους, οι ελληνικές τράπεζες, με ανώτατο όριο το ποσό των 15 δισ. ευρώ, που ανακυκλώνεται, μια τέτοια κίνηση θα απαιτούσε ειδική άδεια από την ΕΚΤ για να εφαρμοστεί.

Ωστόσο, η κεντρική τράπεζα δεν επέτρεψε μια τέτοια κίνηση το 2015, όταν και πάλι είχε πέσει στο τραπέζι από την κυβέρνηση ως μια λύση ανάγκης για να αποφευχθεί η χρεοκοπία. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι με γνώση των συζητήσεων υποστηρίζουν πως ούτε τώρα η ΕΚΤ φαίνεται διατεθειμένη να αλλάξει τη στάση της. Από την κυβέρνηση, πάντως, εκτιμούν πως οι συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές σήμερα, κανείς δεν συζητά το ενδεχόμενο σύγκρουσης με τους δανειστές, αντίθετα εκπονούνται κάποια σχέδια έκτακτης ανάγκης σε περίπτωση που καθυστερήσει η αξιολόγηση για «τεχνικούς» λόγους.

Οι σκέψεις εντάσσονται στο ευρύτερο σχέδιο, που πρώτη αποκάλυψε η «Επένδυση» από τις 18 Φεβρουαρίου, για συγκέντρωση όλων των διαθέσιμων πόρων, προκειμένου να μπορέσει να καλυφθεί η αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεων έως το καλοκαίρι και στη συνέχεια η κυβέρνηση να κερδίσει χρόνο έως τις γερμανικές εκλογές. Στην κυβέρνηση ελπίζουν ότι οι συσχετισμοί θα αλλάξουν εάν επικρατήσει ο σοσιαλδημοκράτης Μάρτιν Σουλτς έναντι της καγκελαρίου Μέρκελ, παρά τα μηνύματα που φθάνουν από το Βερολίνο πως ο Μάρτιν Σουλτς δεν δείχνει καμία διάθεση να «χαριστεί» στην Αθήνα.
Στο πλαίσιο αυτού του σχεδίου έχει ήδη παγώσει η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου σε ιδιώτες, καθώς, παρά τα 1,7 δισ. ευρώ, που εκταμιεύτηκαν από τους Ευρωπαίους για ληξιπρόθεσμα, τα στοιχεία δείχνουν πως τον Ιανουάριο το Δημόσιο πλήρωσε μόλις 78 εκατ. ευρώ.

Η τάση αναμένεται να συνεχιστεί και τους επόμενους μήνες, ενώ στο κυβερνητικό επιτελείο κάνουν λόγο για υπεραπόδοση στα έσοδα, που μπορεί να φθάσει ακόμα και στα 3 δισ. ευρώ έως το Μάιο. Πρακτικά, μιλούν για «ροκάνισμα» του πρωτογενούς πλεονάσματος, προκειμένου να πληρωθούν τόκοι και χρεολύσια όσο δεν θα κλείνει η αξιολόγηση.

Η κατάσταση προκαλεί ερωτήματα ακόμα και σε όσους παρακολουθούν από κοντά τη διαπραγμάτευση. Οπως υποστηρίζουν αξιωματούχοι με άμεση γνώση των συζητήσεων, «η κυβέρνηση έχει αποδεχθεί σχεδόν τα πάντα» και για τον λόγο αυτό δεν βρίσκουν εξήγηση για την περαιτέρω καθυστέρηση, εκτός από την επιχείρηση «να προστεθεί λίγο δράμα για να ελαχιστοποιηθεί το πολιτικό κόστος», συμπληρώνουν.

Αμετακίνητοι οι δανειστές

Οι βασικές απαιτήσεις των δανειστών δεν αλλάζουν. Το ΔΝΤ επιμένει στη μείωση του αφορολογήτου στα 5.500-6.000 ευρώ για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους, στη μείωση των υφιστάμενων κύριων συντάξεων από την 1η/1/2020, εφάπαξ και όχι σε ορίζοντα τριετίας, όπως επεδίωκε η κυβέρνηση, αλλά και στο πλήρες πακέτο των εργασιακών (απελευθέρωση ομαδικών απολύσεων, δικαίωμα εργοδοτών στην ανταπεργία / lock out, κατάργηση συνδικαλιστικού νόμου, επέκταση του παγώματος των συλλογικών διαπραγματεύσεων). Ως αντίμετρα, οι δανειστές επιμένουν πως δέχονται μόνο τη μείωση του ανώτατου συντελεστή ΦΠΑ 24% και τη μείωση του φορολογικού συντελεστή των επιχειρήσεων και απορρίπτουν κάθε πρόταση για επιδοματικές ενισχύσεις, χαρακτηρίζοντάς τις αντιαναπτυξιακές.

Στο χρονοδιάγραμμα που θέτουν οι αξιωματούχοι των θεσμών η ολοκλήρωση της αξιολόγησης φθάνει έως το Eurogroup του Μαΐου, στο καλό σενάριο. Θα έχει προηγηθεί μια συμφωνία σε τεχνικό επίπεδο, έγκριση των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης και η απόφαση του ΔΝΤ για τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα. Για να επιτευχθεί, όμως, αυτός ο στόχος, η πρώτη φάση του σχεδίου θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί έως την εαρινή σύνοδο του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας στην Ουάσινγκτον στις 21-23 Απριλίου. Εάν το κουαρτέτο δεν επιστρέψει στην Αθήνα την ερχόμενη εβδομάδα, οι σχεδιασμοί τινάζονται στον αέρα και πλέον έρχεται πιο κοντά το ορόσημο του Ιουνίου.


Κίνδυνος για νέα μέτρα

Οι αναλυτές έχουν αναθεωρήσει επί τα χείρω τις εκτιμήσεις για την ανάπτυξη του 2017, με τους πιο αισιόδοξους να μιλούν για 1,5% και τους πιο απαισιόδοξους να την τοποθετούν μόλις στο 0,5%, έναντι στόχου του προγράμματος για 2,7%.
Εάν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις, τότε κυβέρνηση και δανειστές είναι πιθανό να κληθούν να αναθεωρήσουν τους στόχους του προγράμματος, με κίνδυνο να ζητηθούν νέα μέτρα.

Ηδη τα μηνύματα από τις τράπεζες δείχνουν ότι η ρευστότητα στην πραγματική οικονομία στερεύει, οι καταθέσεις παρουσιάζουν εκροή που φθάνει στα 4 δισ. ευρώ, ενώ τα κόκκινα δάνεια εμφανίζουν και πάλι αυξητικές τάσεις, με αποτέλεσμα ήδη να αυξάνεται η εξάρτηση των πιστωτικών ιδρυμάτων από τον ELA, τον έκτακτο μηχανισμό χρηματοδότησης της Τραπέζης της Ελλάδος.

Από την εφημερίδα "Επένδυση"